χλαμύδια

Τα χλαμύδια αποτελούν ένα από τα συχνότερα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και προσβάλλουν τόσο άνδρες όσο και γυναίκες. Η λοίμωξη προκαλείται από το βακτήριο Chlamydia trachomatis και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι ότι σε μεγάλο ποσοστό δεν προκαλεί εμφανή συμπτώματα. Αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο μπορεί να έχει μολυνθεί και να μεταδίδει τη λοίμωξη χωρίς να το γνωρίζει. Για τον λόγο αυτό, τα χλαμύδια συχνά εντοπίζονται καθυστερημένα ή τυχαία, στο πλαίσιο προληπτικού ελέγχου.

Παρότι η λοίμωξη αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, δεν πρέπει να υποτιμάται. Όταν παραμένει χωρίς θεραπεία, μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές στο ουροποιητικό σύστημα και να επηρεάσει τη γονιμότητα.

Πώς μεταδίδονται τα χλαμύδια;

Τα χλαμύδια μεταδίδονται κυρίως μέσω σεξουαλικής επαφής με άτομο που έχει τη λοίμωξη. Η μετάδοση μπορεί να γίνει με κολπική, στοματική ή πρωκτική επαφή. Επίσης, η λοίμωξη μπορεί να μεταδοθεί μέσω επαφής με μολυσμένα γεννητικά υγρά ή σε ορισμένες περιπτώσεις, μέσω των χεριών όταν προηγηθεί επαφή με τη γεννητική περιοχή.

Σημαντικό είναι ότι η μετάδοση μπορεί να συμβεί ακόμη και όταν το άτομο που έχει μολυνθεί δεν παρουσιάζει συμπτώματα. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους τα χλαμύδια θεωρούνται ιδιαίτερα συχνή λοίμωξη.

Επίσης, η λοίμωξη αυτή μπορεί να μεταδοθεί από τη μητέρα στο έμβρυο κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού.

Ποια συμπτώματα μπορεί να προκαλέσουν;

Στις περισσότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα εμφανίζονται μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες μετά την επαφή με μολυσμένο άτομο. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα χαρακτηριστικά που εμφανίζονται μπορεί να μοιάζουν με άλλες ουρολογικές ή γυναικολογικές λοιμώξεις.

Στις γυναίκες, τα πιο συχνά συμπτώματα μπορεί να είναι:

  • ασυνήθιστες κολπικές εκκρίσεις
  • πόνος ή αίσθημα καύσου κατά την ούρηση
  • πόνος χαμηλά στην κοιλιά
  • πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή
  • αιμορραγία ανάμεσα στις περιόδους ή μετά τη σεξουαλική επαφή
  •  ναυτία ή πυρετός σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις

Στους άνδρες, τα χλαμύδια μπορεί να προκαλέσουν αίσθημα καύσου κατά την ούρηση, ουρηθρικό έκκριμα, πόνο ή ενόχληση στους όρχεις και σε ορισμένες περιπτώσεις, πυρετό.

Γιατί είναι σημαντική η έγκαιρη διάγνωση;

Στις γυναίκες, όταν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα τα χλαμύδια μπορεί να δημιουργήσουν τραχηλίτιδα, ενδομητρίτιδα, σαλπιγγίτιδα ή φλεγμονώδη νόσο της πυέλου. Οι καταστάσεις αυτές μπορεί να σχετίζονται με χρόνιο πυελικό πόνο, υπογονιμότητα ή αυξημένο κίνδυνο εξωμήτριας κύησης.

Στους άνδρες, τα χλαμύδια μπορεί να προκαλέσουν ουρηθρίτιδα, επιδιδυμίτιδα ή φλεγμονές που επηρεάζουν το ουροποιητικό σύστημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η λοίμωξη έχει συνδεθεί και με προβλήματα γονιμότητας.

Αν και η θεραπεία μπορεί να εξαλείψει το βακτήριο, οι βλάβες που έχουν ήδη δημιουργηθεί δεν είναι πάντα άμεσα εμφανείς. Για αυτό άλλωστε η αξιολόγηση από γιατρό είναι απαραίτητη όταν υπάρχουν συμπτώματα, όταν έχει διαγνωστεί σύντροφος ή όταν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος έκθεσης.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση γίνεται με εργαστηριακές εξετάσεις. Ο γιατρός επιλέγει τον κατάλληλο τρόπο λήψης δείγματος, ανάλογα με το φύλο, τα συμπτώματα και το είδος της σεξουαλικής επαφής.

Στα περισσότερα περιστατικά γυναικών μπορεί να ληφθεί δείγμα από την ουρήθρα, τον τράχηλο της μήτρας, τον φάρυγγα ή τον πρωκτό. Επίσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί δείγμα ούρων, ειδικά όταν αυτό κρίνεται κατάλληλο. Παράλληλα, το τεστ Παπ μπορεί να μην αποτελεί ειδική εξέταση για χλαμύδια αλλά μπορεί να δείξει κυτταρικές αλλοιώσεις.

Στους άνδρες, μπορεί να γίνει λήψη ουρηθρικού υγρού ή εξέταση ούρων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξεταστεί το σπέρμα ή προστατικό υγρό.

Πώς αντιμετωπίζονται τα χλαμύδια;

Τα χλαμύδια αντιμετωπίζονται κυρίως  με αντιβιοτική αγωγή, την οποία καθορίζει ο γιατρός.

Η θεραπεία πρέπει να λαμβάνεται σωστά και να ολοκληρώνεται, ακόμη και αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν νωρίτερα. Εξίσου σημαντικό είναι να ελεγχθεί και να λάβει θεραπεία και ο/η σύντροφος

Μετά τη διάγνωση, είναι σημαντικό:

  • να ξεκινήσει η θεραπεία χωρίς καθυστέρηση
  • να μην διακοπεί η αγωγή χωρίς ιατρική οδηγία
  • να ενημερωθεί ο/η σύντροφος
  •  να αποφευχθεί η σεξουαλική επαφή μέχρι την ολοκλήρωση της θεραπείας και από τους δύο
  •  να γίνει επανέλεγχος, όταν το συστήσει ο γιατρός

Η θεραπεία δεν προσφέρει μόνιμη ανοσία. Ένα άτομο που έχει θεραπευτεί μπορεί να μολυνθεί ξανά, αν εκτεθεί εκ νέου στο βακτήριο.

 

Η πρόληψη για περιπτώσεις όπως είναι τα χλαμύδια ξεκινά από τη σωστή ενημέρωση και την υπεύθυνη σεξουαλική συμπεριφορά. Η χρήση προφυλακτικού σε κάθε μορφή σεξουαλικής επαφής, ο ετήσιος προληπτικός έλεγχος και η έγκαιρη επικοινωνία με τον γιατρό όταν υπάρχουν συμπτώματα, αποτελούν βασικά βήματα προστασίας.

Τα χλαμύδια αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά όταν διαγνωστούν εγκαίρως.

Ο Αδάμ Σ. Μιλτιάδης, Μαιευτήρας – Χειρουργός Γυναικολόγος, με εμπειρία στη γυναικολογική φροντίδα και στην παρακολούθηση της αναπαραγωγικής υγείας, προσεγγίζει κάθε περιστατικό με επιστημονική ακρίβεια και σεβασμό στις ανάγκες της γυναίκας. Για περισσότερες πληροφορίες ή για να προγραμματίσετε τον έλεγχό σας, επικοινωνήστε με το ιατρείο.